Τον τελευταίο καιρό έχει σημειωθεί μία αύξηση στις «ψηφιακές» κλοπές κρυπτονομισμάτων. Πολλοί κρύπτο-επενδυτές αναρωτιούνται αν έχουν πιθανότητες να τους επιστραφούν τα κλεμμένα νομίσματα. Η σύντομη απάντηση είναι πως «είναι πιθανό, αλλά δύσκολο». Η πιό αναλυτική απάντηση είναι πως οι εξελίξεις στον τομέα της νομοθέτησης σχετικά με τα κρυπτονομίσματα μπορεί  να προσφέρουν σύντομα κάποιους τρόπους ώστε να αποκατασταθούν τα θύματα κλοπών.

Μία από τις πιό πρόσφατες κρυπτό-κλοπές έγινε στα μέσα του προηγούμενου Ιουλίου, όταν ένας hacker «σήκωσε» Ether αξίας πολλών εκατομμυρίων από το ICO (αρχική πώληση νομίσματος) της πλατφόρμας συναλλαγών CoinDash. Με ένα απλό και θρασύ τρόπο, ο εισβολέας απέκτησε πρόσβαση στην ιστοσελίδα του CoinDash και άλλαξε την διεύθυνση που στέλναν οι επενδυτές τα Ether τους, με την δικιά του. Με αυτό τον τρόπο, και άθελα τους, οι υποψήφιοι επενδυτές γεμίσαν το πορτοφόλι του hacker, χωρίς να λάβουν τα κρυπτονομίσματα ώς αντάλλαγμα. Αν και η απάτη έγινε αντιληπτή εντός λίγων λεπτών, αυτά ήταν αρκετά για να χαθούν $7.4 εκατομμύρια δολάρια σε αξία Ether.

Το Coindash δεν είναι το μόνο συναλλακτήριο που έχει εκτεθεί. Έχουν συμβεί πάνω από 35 κλοπές σε παρόμοια συναλλακτήρια από το 2011, συνολικής αξίας πάνω από $4 δις δολάρια σε κρυπτονομίσματα. Επειδή οι συναλλαγές που γίνοντε μέσω blockchain δεν είναι δυνατόν να αντιστραφούν, τα θύματα δεν μπορούν να κάνουν κάτι άμεσα για την επιστροφή των χρημάτων τους. Και με την υπάρχουσα νομοθεσία σχετικά με την απαγγελία κατηγοριών σε κυβερνο-εγκληματίες, η αποκατάσταση των κεφαλαίων μπορεί να πάρει χρόνια, χωρίς εγγύηση πως θα επιστραφεί κάποιο ποσό.

Όσοι έχουν υποστεί απώλεια κρυπτονομισμάτων είτε λόγω κακής διαχείρισης, είτε λόγω εισβολής από hacker, έχουν ως μόνη επιλογή την κατάθεση ενός απλού παράπονου στις αρχές. Επιπλέον εμπόδιο αυτής της οδού είναι πως δεν δίνεται έμφαση στην αποκατάσταση κλεμμένων Bitcoin, και έως σήμερα κανείς δεν έχει καταδικαστεί σε χρόνο φυλάκισης επειδή hackαρε ένα συναλλακτήριο ή επειδή έκλεψε ψηφιακά νομίσματα. Μιλώντας γενικότερα, οι αρχές παραμένουν αναποφάσιστες σχετικά με το αν η κλοπή ψηφιακών νομισμάτων είναι έγκλημα ή όχι. Υπάρχουν πολλά άλλα εγκλήματα με περισσότερη προταιρεότητα και οι αρχές προτιμούν να αποφέυγουν την σύγχυση σχετικά με τον αν τα κρυπτονομίσματα είναι πραγματικά χρήματα ή όχι.

«Τα εκατομμύρια δολάρια περιουσιακών στοιχείων που ‘εξαφανίστηκαν’ τον Ιούνιο του 2014 δεν είναι χαμένα, αλλά τα πήραν οι ιδρυτές της εταιρίας CRYPTSY και μετατράπηκαν σε πληρωμές για τις επιχειρήσεις τους και για τα προσωπικά τους έξοδα.» — Δικαστίκα έγγραφα, Περιφεριακό Δικαστήριο των ΗΠΑ, Νότια Περιφέρια της Φλόριντα

Όμως, αυτό δεν σημαίνει πως τα θύματα δεν έχουν καμία επιλογή μετά από μία κρυπτό-κλοπή. Ένας τρόπος είναι οι μηνύσεις για αμέλεια στους διαχειριστές των συναλλακτηρίων, με τον νόμο να προσφέρει στα θύματα την δυνατότητα να ‘ακολουθήσουν την πορεία των χρημάτων’ στα δημόσια δικαστήρια. Αυτή ήταν και η περίπτωση μίας δίκης τον Οκτώβριο του 2016, όπου η υπόθεση έκλεισε με διακανονισμό $1 εκατομμυρίου δολαρίων, σε ένα δικαστήριο της Φλόριντα. Αυτό όμως ήταν μόνο το 20% του συνολικού ποσού που χάθηκε όταν το συναλλακτήριο Cryptsy έκλεισε τον Ιανουάριο του 2016, παίρνοντας μαζί του τα κρυπτονομίσματα των πελατών του. Η νομική προσέγγιση στην περίπτωση αυτή ήταν μία κατηογρηματική μύνηση εναντίον της Lori Ann Nettles, η οποία είναι η πρώην σύζηγος του ιδρυτή του Cryptsy, Paul Vernon. H Nettles πιστεύεται πως έχει διαφύγει στην Κίνα με τα κλεμμένα κεφάλαια. Ενώ τα θύματα δεν θα πάρουν πίσω τα συγκεκριμένα νομίσματα που χάσανε, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την πώληση περιουσιακών στοιχείων που αναγνωρίστηκαν από την πορεία των χρημάτων, για την αποζημίωση των θυμάτων.

Ενώ οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο παραμένουν ακόμα μακρυά από μία συμφωνία για το πως να κατηγοριοποιήσουν τα κρυπτονομίσματα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ σίγουρα έχει την δυνατότητα να εντοπίσει και να συλλάβει κυβερνο-εγκληματίες. Οι ταυτοποιήσεις μπορούν να γίνουν με διαφορετικούς τρόπους. Οι ερευνητές αναλαμβάνουν να συνδέσουν μία ψηφιακή δίευθυνση ενός πορτοφολίου που εμπλέκεται με ύποπτες δραστηριότητες, με μία διεύθυνση IP ή μία διεύθυνση MAC. Οι πιό έμπειροι hackers θα κάνουν αυτό πιό δύσκολο με την χρήση πολλαπλών IP διευθύνσεων, αλλά οι ερευνητές έχουν καταφέρει να προσπεράσουν αυτό το εμπόδιο κάνοντας μία ανάλυση στις διευθύνσεις των πορτοφολίων, διασταυρώνοντας τις με πλατφόρμες κοινωνικών μέσων δικτύωσης για να επικυρώσουν μία ταυτότητα. Αυτή η τακτική χρησιμοποιήθηκε από ομοσπονδιακούς πράκτορες για να συλλάβουν τον Gal Vallerius, έναν μετακινητή ναρκωτικών ουσιών, πριν από έναν χρόνο.